Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

μπούσολα

Πολλοί πιστεύουν ότι το να χαζεύει κανείς τα περιστέρια είναι δουλειά για αργόσχολους, ή ότι τέλος πάντων δεν είναι δα και κανένα σοβαρό ζήτημα για ποίηση. Το τσιμπολόγημα, το κούρνιασμα, το αδιάκοπο πέρα δώθε των περιστεριών είναι λέει δουλειά ανθρώπων που το 'χουν χούι να κρατάνε απουσιολόγιο στα σιδερόφραχτα πάρκα.

Μάτια-Βία-Σκουπιδοφαγία

Θα πρέπει να ενημερώσω
τους δανειστές
τους φίλους
τους συγγενείς
και τους λοιπούς συμπαθούντες
πως δεν παίζει φράγκο

Ούτε ποιήματα
Ούτε ζωγραφιές
Ούτε σχέδια για το μέλλον

Μόνο μια ακατανόητη ορμή να τα κάνω λίμπα

Μην ανησυχείτε
Θα συμμορφωθώ
Θα πληρώσω
και στην ανάγκη
μπορεί να κόψω και τα ξύδια

Ως τότε υπομονή

Και για σένα μικρέ χούλιγκαν,
που ακόμα δεν κατάλαβες
τα πώς και τα γιατί
του ακρωτηριασμού
ένα αλύχτισμα λύκου
και μια παλιά
σκουριασμένη
χρωματική
αρμόνικα

Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

άι μενίνα
κε λέβας α πέδρα να μάου
κάιν ντιρία
κε τράζες α ρεβολουσάο
άι μενίνας
πέδρας ντα ρεβολουσάου

Μικρή Ινδιάνικη Ιστορία


Δεκαδικά ψηφία
Τα καταφέραμε
Τα αφήσαμε όλα πίσω μας

Η καράφα που αδειάζει και το ταμπάκο εξαφανισμένο. Φράσεις κοφτές και μονολεκτικά ποιήματα. Φιλοξενούμενοι.

Κάποιο γέλιο που μας κόπηκε χίλιες χιλιάδες μέτρα μακριά. Το αφήσαμε παρακαταθήκη για να σφουγγίζουμε τα κλάματα στο μέλλον. Κακώς.

Τα φτύσαμε που λένε και τα φάγαμε τα ψωμιά μας. Καταφύγιο ο πληθυντικός ευγενείας αλλά δε θα τη σκαπουλάρουμε.

Πίσω στο σπίτι και όσα απέμειναν από δαύτο αντηχεί ο τηλεοπτικός βόμβος και το σκούξιμο μιας τόσο δα μικρής και νέγρας σκύλας

Χίλιες χιλιάδες μέτρα μακριά τα αφήσαμε σύξυλα τα πράματα να ανεμίζουν τον τεντωμένο τους βραχίονα.

Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

πορτουνιόλ ιντιόλεκτου

λίνγκουα
νεολατίνα
ανορτόγκραφα
κε
έου
άμο
α
εσκρεβέρ
νας
παρέδες
νας
ρούας
νους
ρόστρους
ντας
πεσόας

Παρασκευή, 8 Οκτωβρίου 2010

ασύντακτο

Μοιράζω τις λέξεις και τις μετράω. Νόστος και άλγος λέει, αλλά η εξίσωση δεν βγαίνει.

Στα ανατολικά μια μάσκα βενετσιάνικη. Μάτια βουβά, σαν τρύπες που έχουν καταπιεί χιλιάδες ανυποψίαστους. Μπορντούρα κεντητή, πηγούνι λευκό.

Ένας μπεκρής καβάλα στο τσίγκινο στόμιο

Παύση.

Δευτέρα, 13 Σεπτεμβρίου 2010

-

του 'Ερνεστ
του κλέψαν τη βαλίτσα
στο σταθμό των τρένων
Μέσα
είχε ένα πάκο δεδομένα
για τη φύση του κόσμου,
όλα
ευρήματα
σκληρής και επίπονης δουλειάς।

Πέμπτη, 2 Σεπτεμβρίου 2010


Δέκατος τέταρτος απογεματινός. Το ένα δόντι πάνω στο άλλο, άτακτα πεταμένα στο στόμα, ανάκατα με σάλιο, λέξεις κολοβές και αναπνοές καρκινικές. Μες τους αρμούς τους πεζοδρομιακούς θέλω να μπω. Μες τους λεκέδες των ανθρώπων που πάνε και έρχονται. Στη σκουπιδιάρα μέσα να έμπαινα, να χόρταινα τα αρώματα και τους σπασμούς της μηχανής που τα συνθλίβει και τα τακτοποιεί τα γεγονότα της χθεσινής ημέρας.

Άλλος τόπος. Λαιμός γυναίκας ο τόπος.

Το βουητό της πόλης, ένα μόνιμο σφύριγμα οξύ και διαπεραστικό, οι φλέβες που πάλλονται, τα στόματα που χάσκουν, καθισμένοι στο κότσι, τα μπράτσα κρεμάνε μπροστά, αγκώνες κόντρα στα γόνατα. Οι αναξιοπαθούντες λέει ο ένας, φταίνε οι ίδιοι λέει ο άλλος... Φλαίματα λέω εγώ και χαίρομαι για το καινούριο μου ιδιόλεκτο. «Τα σμήννεφα και η ρότα σου κατά τη θεία σύναξη» γράφω στον τοίχο και φουσκώνω από περηφάνια. Να το κάνω το κόλπο όπως ο ήρωας του Χάμσουν και να πάρω βόλτα τις εφημερίδες και τα «καλλιτεχνικά μαγκαζίνο» σκέφτομαι . Το ένα εύρημα πάνω στο άλλο. Πάνω απ όλα να χω το νου μου στο τέμπο του κειμένου. Να μην ξεχνάω να βάζω μια επανάληψη κάθε κάμποσες αράδες, κάπως σαν σημάδι, για να μην χάσω το διηγηματικό μου χάρτη. Να χει ρυθμό στακάτο και ταμπούρο σέκο. Να χει τις λέξεις άγγιστρα, να μην χαθεί το νόημα και πέσουμε στον ψεύτη το βερμπαλισμό και αποκοιμηθούμε.

Άλλος τόπος. Ποίημα δρόμου ο τόπος.

Μεταμεσονύκτιος ρυθμός. Το πρόσωπο θρυμματισμένο. Ο καπνός απ’ το τσιγάρο μου, μπουκάρει στα μάτια και με πνίγει. Τα χέρια μου βαραίνουν αναπάντεχα. Τα πλήκτρα υποχωρούν το ένα μετά το άλλο και σημειώνουν τις λέξεις. Ακολουθώντας την πλούσια συγγραφική παράδοση του εσωτερικού μονολόγου εξομολογούμαι και εγώ το κρίμα μου. Οι φωνές που ακούνε οι παλαβοί και οι αλαφροίσκιωτοι κατοικοεδρεύουν μέσα στο κεφάλι μου. Διαδήλωση και άγρια απεργία. Χίλιες χιλιάδες σήματα αναβοσβήνουν και καίνε τα σωθικά μου. Ανορεξία και βουλιμία ταυτόχρονα. Μια μπύρα διόροφη και ένα παγκάκι. Οι προσκυνητές της νύχτας παρελαύνουν μπροστά μου. Φλώροι προσεγμένοι και λαμέ, κυρίες με τους κώλους πρησμένους και σαγιονάρες. Φλίπ φλόπ και κάνουν το σταυρό τους.

Δευτέρα, 30 Αυγούστου 2010

skin tones

as light

living

in my

comfort

living

in my

wicked

head

living

in my

concrete nightmares

Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

μια διαδήλωση ποίησης φαντάζομαι
με λέξεις πέτρες
και φλεγόμενους διαβάτες

Δευτέρα, 23 Αυγούστου 2010

Πάνω στη λευκή επιφάνεια ένα μικρό σύμπαν. Μια μαράκα ξύλινη με σκαλισμένα άνθη, μισοτελειωμένα μπουκάλια αλκοόλ, χαρτί πολυτελείας ρώσικο για να δουλέψω ακουαρέλα, μια παλιά χρωματική αρμόνικα, ένα κοπίδι, σκόρπια φιλτράκια, η φωτογραφία της μάνας μου, ένα μονάχο στάχυ που μάζεψα απ το δρόμο ζαλισμένος χτες το βράδυ, μια ξεχασμένη κούπα καφέ, ένα εγχειρίδιο φωτογραφικής μηχανής και τρίμματα καπνού ανακατεμμένα με στάχτες.

Αναζητώντας μια διαδρομή λογική πάνω στη μικρογεωγραφία του τραπεζιού. Απ έξω ενας ασθενικός άνεμος, ζωντανεύει λιγάκι τη μεσημεριανή μουριά και σβήνει και την εσωτερική μου άπνοια. Το ζεστό κρασί γρατζουνάει τον οισοφάγο, κατρακυλά στα σωθικά μου και αδειάζει.

Οι μέρες και οι νύχτες αυτού του καλοκαιριού περνούν αργά και αδιάφορα. Επισκέψεις σπάνια δέχομαι και η τσέπη μου είναι συνήθως άδεια, οπότε το δαπανηρό σπόρ του να συγχρωτίζομαι με ανθρώπους στα μπάρ, το χω αφήσει στην μπάντα μέχρι νεοτέρας. Δεν παραπονιέμαι όμως. Ο Έμετ Ρέι είναι καλή παρέα. Το κουδούνισμα του τηλεφώνου συντρίβει τακτικά την ούτως ή άλλως εύθραυστη γαλήνη που κυνηγάω μάταια να κατακτήσω και να γλυτώσω τα μυαλά μου απ την τρέλα. Διάλογοι κοφτοί και σύντομοι.

Η πρόζα σκέφτομαι, μπορεί να μην έχει τις αρετές της οικονομίας και της αφαίρεσης που χει ραμμένες στο φουστανάκι της η ποίηση, αλλά μπορεί να σε δαγκώσει εξίσου καλά και καμιά φορά να σε μαρκάρει και καλύτερα απ ότι η ξυπόλητη αδερφή της. Δεν είναι πάιξε γέλασε η συγγραφική δουλειά σκέφτομαι και παρηγορώ τον εαυτό μου για τη νωθρότητα και τη σήψη που χουν στρογγυλοκαθίσει στους ώμους μου και μου σιγοτραγουδάνε. Άλωστε κάνει μαι αφόρητη ζέστη. Ενα μικροσκοπικό έντομο, απ αυτά που αγαπούν οι λογοτέχνες, σουλατσάρει πάνω κάτω στο τζάμι του παραθύρου. Τα καλοριφέρ βρυχώνται και ζητούν να εξαερωθούν. Τρομπέτα, κιθάρα, πιάνο και σουίνγκ ρυθμός στα τύμπανα.

Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2010

τίτλος και σώμα

οκινάουα
αγάπη μου
στο άδειο μπάρ
στο άδειο σπίτι
τα
ποιήματα
της
τάμπουλα
ράζα
να διαβάζεις
12
και
7
ο χρόνος
και
ο Μπέκετ
απών

Δευτέρα, 7 Ιουνίου 2010

Αμάραντος στο μπάρ

Αμάραντος στο μνήμα

Η τσέπη άδεια

Και το «μεγάλο»

Το ποτήρι

«σεμινόβο»

να αδειάζει

προβολή

πολυτελείας

ο

καλωδιωμένος φίλος

πρησμένα συκώτια

και

στομάχια τρύπια.

Ο φίλος

Ο τρύπιος να λές

Και να εννοείς

Κσι εσένα

Καβάλα στη

Lambretta

να

Πηγαίνεις

Αεράτος

Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2010

ρισκάρεις
Μίς Βερμούτ
με σιδερόβεργες
που εξέχουνε
φριχτά
ορθογώνια
και
επίπεδη
σε όλες
τις αισθήσεις σου
το στοίχημα
μας λες
που πρέπει
να κερδίσουμε
για να μαστε
λευκοί
και
γκρι
και ρόζ
και πλαστικοί

Τρίτη, 1 Ιουνίου 2010

Στάθηκα στην τσιμεντένια προκυμαία κρατώντας τον παλιό πίνακα. Τον ίδιο που τον παζαρέψαμε στο παλιατζίδικο, τον ίδιο που πάνω του έγραψα τη φιγούρα σου. Έκανα μια απότομη κίνηση και τον εκσφενδόνισα στα βρώμικα νερα. Κάθισα χαζεύοντας το κύμα να τον παίρνει μακρια.

Γυναίκα τσέπης.

Γυναίκα υψίκορμη. Φουστάνι λουλούδι. Βαμμένα μώβ νύχια.Μπιζού. Σανδάλια.

Τα ερειπωμένα σπίτια. Οι νεκροί μας.

Το

Ένα

Μάτι

Του Θορώ

Και

Το

άλλο

χελιδόνι

Βουτήξανε

Στο

Τρύπιο μου

Ποτήρι

Ρόδια

Σπασμένα

Στάρι

Και

Κάτι

Παλιές

Κουνημένες

Φωτογραφίες

Ξεβράσανε

Τα απόνερα

Δευτέρα, 31 Μαΐου 2010

Βρυχάσαι

και

Μουγκρίζεις

Τοπίο

Αστικό

Με

δρόμους

γαμημένους

και

περαστικούς

με πρόσωπα

σκαμμένα

καμπούρηδες

και

θλιβερούς

με

τις κοκέτες

που πέσαν

μες

στον κουβά

του

μακιγιάζ

φούλ φέις

και

αλεξίσφαιρο

φοράς

τοπίο

αστικό

και

κάνεις

σκούπα

ψακτική

και

πέσιμο

και χάχανα

και

δώστου

τέρμα

οι

μουσικές

από

τα

κάμπριο

με

τα

φαρδυά

τα λάστιχα

και

νίκελ

ζάντες

να

μας γυρίζουν

τούμπα

και

να φιλάμε

άσφαλτο