Δευτέρα, 13 Σεπτεμβρίου 2010

-

του 'Ερνεστ
του κλέψαν τη βαλίτσα
στο σταθμό των τρένων
Μέσα
είχε ένα πάκο δεδομένα
για τη φύση του κόσμου,
όλα
ευρήματα
σκληρής και επίπονης δουλειάς।

Πέμπτη, 2 Σεπτεμβρίου 2010


Δέκατος τέταρτος απογεματινός. Το ένα δόντι πάνω στο άλλο, άτακτα πεταμένα στο στόμα, ανάκατα με σάλιο, λέξεις κολοβές και αναπνοές καρκινικές. Μες τους αρμούς τους πεζοδρομιακούς θέλω να μπω. Μες τους λεκέδες των ανθρώπων που πάνε και έρχονται. Στη σκουπιδιάρα μέσα να έμπαινα, να χόρταινα τα αρώματα και τους σπασμούς της μηχανής που τα συνθλίβει και τα τακτοποιεί τα γεγονότα της χθεσινής ημέρας.

Άλλος τόπος. Λαιμός γυναίκας ο τόπος.

Το βουητό της πόλης, ένα μόνιμο σφύριγμα οξύ και διαπεραστικό, οι φλέβες που πάλλονται, τα στόματα που χάσκουν, καθισμένοι στο κότσι, τα μπράτσα κρεμάνε μπροστά, αγκώνες κόντρα στα γόνατα. Οι αναξιοπαθούντες λέει ο ένας, φταίνε οι ίδιοι λέει ο άλλος... Φλαίματα λέω εγώ και χαίρομαι για το καινούριο μου ιδιόλεκτο. «Τα σμήννεφα και η ρότα σου κατά τη θεία σύναξη» γράφω στον τοίχο και φουσκώνω από περηφάνια. Να το κάνω το κόλπο όπως ο ήρωας του Χάμσουν και να πάρω βόλτα τις εφημερίδες και τα «καλλιτεχνικά μαγκαζίνο» σκέφτομαι . Το ένα εύρημα πάνω στο άλλο. Πάνω απ όλα να χω το νου μου στο τέμπο του κειμένου. Να μην ξεχνάω να βάζω μια επανάληψη κάθε κάμποσες αράδες, κάπως σαν σημάδι, για να μην χάσω το διηγηματικό μου χάρτη. Να χει ρυθμό στακάτο και ταμπούρο σέκο. Να χει τις λέξεις άγγιστρα, να μην χαθεί το νόημα και πέσουμε στον ψεύτη το βερμπαλισμό και αποκοιμηθούμε.

Άλλος τόπος. Ποίημα δρόμου ο τόπος.

Μεταμεσονύκτιος ρυθμός. Το πρόσωπο θρυμματισμένο. Ο καπνός απ’ το τσιγάρο μου, μπουκάρει στα μάτια και με πνίγει. Τα χέρια μου βαραίνουν αναπάντεχα. Τα πλήκτρα υποχωρούν το ένα μετά το άλλο και σημειώνουν τις λέξεις. Ακολουθώντας την πλούσια συγγραφική παράδοση του εσωτερικού μονολόγου εξομολογούμαι και εγώ το κρίμα μου. Οι φωνές που ακούνε οι παλαβοί και οι αλαφροίσκιωτοι κατοικοεδρεύουν μέσα στο κεφάλι μου. Διαδήλωση και άγρια απεργία. Χίλιες χιλιάδες σήματα αναβοσβήνουν και καίνε τα σωθικά μου. Ανορεξία και βουλιμία ταυτόχρονα. Μια μπύρα διόροφη και ένα παγκάκι. Οι προσκυνητές της νύχτας παρελαύνουν μπροστά μου. Φλώροι προσεγμένοι και λαμέ, κυρίες με τους κώλους πρησμένους και σαγιονάρες. Φλίπ φλόπ και κάνουν το σταυρό τους.